Μετάφραση του "planted" σε Ελληνικά

Οι φυτεμένος, φυτευτός, φύτευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "planted" σε Ελληνικά.

planted adjective verb

Simple past tense and past participle of plant . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτεμένος

    adjective particle

    I always thought you was hung and planted years back.

    Πάντα πίστευα ότι θα ήσουν κρεμασμένος και φυτεμένος χρόνια πίσω.

  • φυτευτός

    adjective

    My gut told me not to trust you, that you were a plant, and you were.

    Κάτι μου έλεγε να μην σε εμπιστευτώ. Ότι ήσουν " φυτευτός " και όντως ήσουν.

  • φύτευμα

    noun

    Just a story about tree planting in Circle Park

    Σε μια ιστορία για το φύτευμα δέντρων στην κυκλική πλατεία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαλτός
    • εγκάθετος
    • στημένος
    • φυτεμένο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " planted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Planted
+ Προσθήκη

"Planted" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Planted στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "planted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "planted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη