Μετάφραση του "plaster" σε Ελληνικά

Οι γύψος, ασβεστοκονίαμα, έμπλαστρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plaster" σε Ελληνικά.

plaster verb noun γραμματική

(uncountable) A paste applied to the skin for healing or cosmetic purposes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γύψος

    noun masculine

    cast [..]

    The agency said it can not go back to remove the plaster.

    Το πρακτορείο είπε ότι δεν μπορώ να εργαστώ πριν αφαιρεθεί ο γύψος.

  • ασβεστοκονίαμα

    noun neuter

    mixture for coating

    The insulation they used is gypsum-based, with plaster and lead mixed with asbestos.

    Η μόνωση που χρησιμοποίησαν έχει βάση το γύψο, με ασβεστοκονίαμα και μόλυβδο με ασβέστη.

  • έμπλαστρο

    noun neuter

    healing paste

    The proposals made by the Sainjon report are like putting a wooden leg in plaster.

    Οι προτάσεις της έκθεσης Sainjon δεν είναι παρά ένα έμπλαστρο σε ξύλινο πόδι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σοβάς
    • λευκοπλάστης
    • μπλαστρώνω
    • σκεπάζω εντελώς
    • τσιρότο
    • δέχομαι
    • ασβεστώνω
    • σοβαντίζω
    • σοβατίζω
    • σουβαντίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plaster " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "plaster"

Φράσεις παρόμοιες με "plaster" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plaster" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη