Μετάφραση του "pleating" σε Ελληνικά

Το πτυχωτό είναι η μετάφραση του "pleating" σε Ελληνικά.

pleating noun verb γραμματική

Present participle of pleat. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτυχωτό

    double folding a definite, even width of fabric and fixing it in place by sewing or pressing or both

    Make up to the mark, mix and filter through a pleated filter.

    Το διάλυμα συμπληρώνεται μέχρι τη χαραγή , ομογενοποιείται και διήθειται με πτυχωτό ηθμό .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pleating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pleating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δίπλα · διπλώνω · πιέτα · πτυχή · πτυχώνω · τσάκιση · τσακίζω
  • δίπλα · διπλώνω · πιέτα · πτυχή · πτυχώνω · τσάκιση · τσακίζω
  • δίπλα · διπλώνω · πιέτα · πτυχή · πτυχώνω · τσάκιση · τσακίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pleating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη