Μετάφραση του "pledge" σε Ελληνικά

Οι υπόσχεση, δέσμευση, υπόσχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pledge" σε Ελληνικά.

pledge verb noun γραμματική

To make a solemn promise (to do something). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόσχεση

    noun feminine

    What was that pledge she asked you to make?

    Ποιά ήταν η υπόσχεση που σου ζήτησε να κάνεις?

  • δέσμευση

    noun feminine

    Hope we can count on your pledge, Brian.

    Ελπίζω να υπολογίζουμε και στην δική σου δέσμευση Μπράϊαν.

  • υπόσχομαι

    verb

    They have pledged not to give up the campaign.

    Έχουν υποσχεθεί να μην εγκαταλείψουν αυτήν την εκστρατεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενέχυρο
    • όρκος
    • δεσμεύω
    • ενεχυρίαση
    • ορκίζομαι
    • εγγυώμαι
    • εχέγγυο
    • εύχομαι
    • ενεχυριάζω
    • απόδειξη
    • διαβεβαίωση
    • δίνω λόγο
    • δεσμεύομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pledge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pledge
+ Προσθήκη

"Pledge" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pledge στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "pledge"

Φράσεις παρόμοιες με "pledge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pledge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη