Μετάφραση του "pledging" σε Ελληνικά

Το ενεχυρίαση είναι η μετάφραση του "pledging" σε Ελληνικά.

pledging noun verb γραμματική

Present participle of pledge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεχυρίαση

    noun feminine

    the terms and conditions relating to its pledge.

    τους συμβατικούς όρους που σχετίζονται με την ενεχυρίαση αυτή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pledging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pledging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δίνω όρκο πίστης · δηλώνω αφοσίωση · δηλώνω υποταγή · ορκίζομαι πίστη
  • ορκίζομαι · υπόσχομαι
  • ενέχυρο
  • δέσμευση υπακοής · δήλωση υποταγής · όρκος πίστεως
  • απόδειξη · δέσμευση · δίνω λόγο · δεσμεύομαι · δεσμεύω · διαβεβαίωση · εγγυώμαι · ενέχυρο · ενεχυρίαση · ενεχυριάζω · εχέγγυο · εύχομαι · ορκίζομαι · υπόσχεση · υπόσχομαι · όρκος
  • υπόσχομαι και εγγυώμαι
  • απόδειξη · δέσμευση · δίνω λόγο · δεσμεύομαι · δεσμεύω · διαβεβαίωση · εγγυώμαι · ενέχυρο · ενεχυρίαση · ενεχυριάζω · εχέγγυο · εύχομαι · ορκίζομαι · υπόσχεση · υπόσχομαι · όρκος
  • απόδειξη · δέσμευση · δίνω λόγο · δεσμεύομαι · δεσμεύω · διαβεβαίωση · εγγυώμαι · ενέχυρο · ενεχυρίαση · ενεχυριάζω · εχέγγυο · εύχομαι · ορκίζομαι · υπόσχεση · υπόσχομαι · όρκος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pledging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη