Μετάφραση του "plentiful" σε Ελληνικά

Οι άφθονος, πλούσιος, δαψιλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plentiful" σε Ελληνικά.

plentiful adjective γραμματική

Existing in large number or ample amount. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άφθονος

    adjective masculine

    There's plenty of room on the bandwagon if you want to move to the south side.

    Υπάρχει άφθονος χώρος στην καρότσα της μπάντας αν θες να μετακινηθείς στη βόρεια πλευρά.

  • πλούσιος

    adjective masculine

    διαθέτει μεγάλο αριθμό κάποιων στοιχείων

    These dry eucalyptus forests look unpromising as a source of food, but there are plenty of termites.

    Aυτά τα ξηρά δάση ευκαλύπτου φαίνονται φτωχά σε τροφή. Είναι όμως πλούσια σε τερμίτες.

  • δαψιλής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plentiful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Plentiful
+ Προσθήκη

"Plentiful" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Plentiful στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "plentiful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλήθος · πολύ
  • άφθονος · αρκετά · αρκετός · αφθονία · μπόλικος · πλησμονή · πολύς · φουρνιά
  • περίοδος τών παχιών αγελάδων
  • κέρας της Αμαλθείας · κέρας της αμάλθειας
  • λεφτά υπάρχουν
  • άφθονος · αρκετά · αρκετός · αφθονία · μπόλικος · πλησμονή · πολύς · φουρνιά
  • άφθονος · αρκετά · αρκετός · αφθονία · μπόλικος · πλησμονή · πολύς · φουρνιά
  • πλήθος · πολύ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plentiful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη