Μετάφραση του "plenum" σε Ελληνικά

Οι ολομέλεια, Ελεύθερος χώρος, διάκενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plenum" σε Ελληνικά.

plenum noun γραμματική

(physics) A space that is completely filled with matter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολομέλεια

    noun feminine

    A legislative meeting (especially of the Communist Party) in which all members are present

    The decision to refer a case to a formation sitting with a greater number of Judges shall be taken by the plenum.

    Την απόφαση παραπομπής μιας υποθέσεως σε τμήμα συγκείμενο από μεγαλύτερο αριθμό δικαστών λαμβάνει η διοικητική ολομέλεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plenum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Plenum
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ελεύθερος χώρος, διάκενο

Φράσεις παρόμοιες με "plenum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plenum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη