Μετάφραση του "pluggable" σε Ελληνικά
Το βυσματούμενος, βυσματώσιμος είναι η μετάφραση του "pluggable" σε Ελληνικά.
pluggable
adjective
γραμματική
Capable of being plugged, or plugged in, especially in reference to optional components of software [..]
-
βυσματούμενος, βυσματώσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pluggable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pluggable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλεγχος ταυτότητας με δυνατότητα σύνδεσης
-
βυσματούμενος, Μικρού συντελεστή μορφής
-
βυσματούμενος, Μικρού συντελεστή μορφής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη