Μετάφραση του "plump" σε Ελληνικά

Οι στρουμπουλός, αφράτος, παχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plump" σε Ελληνικά.

plump adjective verb noun adverb γραμματική

(intransitive) To grow plump; to swell out; as, her cheeks have plumped. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρουμπουλός

    adjective masculine

    Having a full and rounded shape, chubby

    How neat he is, and plump, this war criminal.

    Πόσο ευπρεπής είναι, και στρουμπουλός αυτός ο εγκληματίας πολέμου.

  • αφράτος

    adjective masculine

    Having a full and rounded shape, chubby

  • παχύς

    adjective masculine

    The flesh shall be plump

    Το κρέας πρέπει να είναι παχύ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παχουλός
    • στρογγυλός
    • απότομος
    • εύσωμος
    • πέφτω κατακόρυφα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " plump " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Plump
+ Προσθήκη

"Plump" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Plump στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "plump"

Φράσεις παρόμοιες με "plump" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "plump" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη