Μετάφραση του "poaching" σε Ελληνικά
Οι καταπάτηση, λαθραλιεία, λαθροθηρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poaching" σε Ελληνικά.
poaching
noun
verb
γραμματική
Present participle of poach. [..]
-
καταπάτηση
-
λαθραλιεία
-
λαθροθηρία
To catch game, fish, etc. illegally by trespassing on private property.(Source: CED)
The cause of their looming extinction is the illegal poaching of tigers in India.
Ο λόγος του απειλητικού αφανισμού τους είναι η λαθροθηρία τίγρεων στην Ινδία.
-
παράνομη απόκτηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " poaching " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη