Μετάφραση του "pointwise" σε Ελληνικά

Το σημειακός είναι η μετάφραση του "pointwise" σε Ελληνικά.

pointwise adjective adverb γραμματική

(mathematics) Occurring at each point of a given set. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σημειακός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pointwise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pointwise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη