Μετάφραση του "poor" σε Ελληνικά

Οι φτωχός, καημένος, κακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poor" σε Ελληνικά.

poor adjective noun γραμματική

With little or no possessions or money. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτωχός

    adjective masculine

    of low quality [..]

    I know what it's like to be poor.

    Ξέρω πώς είναι να είσαι φτωχός.

  • καημένος

    adjective

    to be pitied

    We can't say that he is only a poor man.

    Δεν ξέρουμε αν είναι ένας καημένος άνθρωπος.

  • κακός

    adjective masculine

    She had talent, and unfortunately, a poor attitude.

    Είχε ταλέντο και, δυστυχώς για εκείνη, κακή συμπεριφορά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κακομοίρης
    • άσχημος
    • μικρός
    • πενιχρός
    • ταλαίπωρος
    • άθλιος
    • φτωχικός
    • φτωχοφαμελίτης
    • αδύνατος
    • ατροφικός
    • δόλιος
    • δυστυχισμένος
    • σπάνιος
    • οι φτωχοί
    • φτωχοί
    • ανεπαρκής
    • πτωχός
    • άπορος
    • ατυχής
    • απαράδεκτος
    • άγονος
    • λιγνός
    • μίζερος
    • συγκινησιακός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Poor
+ Προσθήκη

"Poor" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Poor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "poor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη