Μετάφραση του "working poor" σε Ελληνικά

Το φτωχός εργαζόμενος είναι η μετάφραση του "working poor" σε Ελληνικά.

working poor noun γραμματική

Working people whose incomes fall below a given poverty line

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτωχός εργαζόμενος

    masculine

    When using the term ‘in-work poor’, we need to define both terms, i.e. ‘in-work’ and ‘poor’.

    Η έκφραση «φτωχός εργαζόμενος» απαιτεί, κατ’ αρχάς, τη διευκρίνιση και των δύο όρων, δηλαδή να οριστεί τι νοείται ως «εργαζόμενος» και τι νοείται ως «φτωχός».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " working poor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "working poor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη