Μετάφραση του "postulate" σε Ελληνικά
Οι αξίωμα, απαιτώ, αίτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "postulate" σε Ελληνικά.
Something assumed without proof as being self-evident or generally accepted, especially when used as a basis for an argument. [..]
-
αξίωμα
adjective neuterlogic: an axiom [..]
I almost cracked Bertrand's postulate.
Σχεδόv είχα λύσει το αξίωμα του Μπερτράv.
-
απαιτώ
verbTo demand or claim
(b)the precision postulated by the regulations is frequently impracticable and many 'solutions` are in reality based on approximations.
β)η ακρίβεια που απαιτεί η κανονιστική ρύθμιση, αποδεικνύεται, συχνά, ανεφάρμοστη και πολυάριθμες «λύσεις» βασίζονται στην πραγματικότητα σε κατά προσέγγιση εκτιμήσεις.
-
αίτημα
noun ουδέτεροDehellenization first emerges in connection with the postulates of the Reformation in the sixteenth century.
Ο αφελληνισμός αναδύεται, το πρώτον, εν σχέσει προς τα αιτήματα της Μεταρρυθμίσεως κατά τον δέκατον έκτον αιώνα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφαίνομαι
- αξιώνω
- προϋπόθεση
- προϋποθέτω
- συμπεραίνω
- ισχυρίζομαι
- χρειάζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " postulate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "postulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αξίωμα των παραλλήλων
-
αίτηση
-
A candidate, especially one seeking admission into a religious order ... υποψήφιος · υποψήφιος