Μετάφραση του "pot" σε Ελληνικά

Οι κατσαρόλα, γλάστρα, χύτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pot" σε Ελληνικά.

pot verb noun γραμματική

A vessel used for cooking or storing food. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατσαρόλα

    noun feminine

    A generic kitchen utensil used for cooking food by boiling, frying or other methods.

    Put the carrots in the pot.

    Βάλε τα καρότα στην κατσαρόλα.

  • γλάστρα

    noun feminine

    All you need is a few accent rugs, a couch, maybe a potted plant.

    Xρειάζεσαι μόνο λίγα χαλάκια, έναν καναπέ, καμιά γλάστρα.

  • χύτρα

    noun feminine

    It's like living at the bottom of a stew pot!

    Είναι σάν να ζούμε στο κάτω μέρος μιάς χύτρας!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαριχουάνα
    • δοχείο
    • τσουκάλι
    • αγγείο
    • κανάτα
    • κιούπι
    • χόρτο
    • χασίς
    • κατσαρόλι
    • φουρνιά
    • τοποθετώ σε γλάστρα
    • φυτεύω σε γλάστρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pot"

Φράσεις παρόμοιες με "pot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη