Μετάφραση του "powered" σε Ελληνικά

Οι αυτοκινούμενος, μηχανοκίνητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "powered" σε Ελληνικά.

powered adjective verb γραμματική

(of a device) Self-powered, such as by an electric motor or an internal engine; not requiring external power, such as from a person or a horse. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκινούμενος

    adjective
  • μηχανοκίνητος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " powered " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Powered
+ Προσθήκη

"Powered" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Powered στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "powered" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "powered" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη