Μετάφραση του "powerful" σε Ελληνικά

Οι ισχυρός, δυνατός, ακμαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "powerful" σε Ελληνικά.

powerful adjective adverb γραμματική

Having, or capable of exerting power, potency or influence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχυρός

    adjective masculine

    having or capable of exerting power, potency or influence

    Without honour, no matter how powerful, a man is no better than a Mudborn.

    Χωρίς τιμή, άσχετα πόσο ισχυρός, ένας άνδρας δεν είναι καλύτερος από ένα λασπογέννητο.

  • δυνατός

    adjective masculine

    My car isn't powerful enough.

    Το αυτοκίνητό μου δεν είναι αρκετά δυνατό.

  • ακμαίος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έντονος
    • αποτελεσματικός
    • δραστικός
    • κραταιός
    • στιβαρός
    • ισκυρός
    • ρωμαλέος
    • συγκλονιστικός
    • καταλυτικός
    • σφοδρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " powerful " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Powerful
+ Προσθήκη

"Powerful" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Powerful στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "powerful" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "powerful" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη