Μετάφραση του "practicality" σε Ελληνικά
Το πρακτικότητα είναι η μετάφραση του "practicality" σε Ελληνικά.
practicality
noun
γραμματική
(uncountable) The state of being practical or feasible. [..]
-
πρακτικότητα
nounSo let us combine practical action with a desire for improvement.
Έτσι λοιπόν, πρέπει να συνδυάσουμε την πρακτικότητα με την επιθυμία για βελτίωση!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " practicality " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "practicality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικηγορική άσκηση
-
κατ' ουσίαν · ουσιαστικά · πρακτικά · πρακτικώς · σχεδόν
-
δυνατός · εφαρμόσιμος · κατορθωτός · χρηστικός
-
εξασκούμαι σε
-
Πρακτική γλώσσα εξαγωγής και αναφοράς
-
ασκώ τη δικηγορία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη