Μετάφραση του "predate" σε Ελληνικά

Οι είμαι προγενέστερος [+Γεν.], προηγούμαι χρονικά [+Γεν.], προηγούμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predate" σε Ελληνικά.

predate verb noun γραμματική

To designate a date earlier than the actual one; to move a date, appointment, event, or period of time to an earlier point (contrast "postdate".) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • είμαι προγενέστερος [+Γεν.]

  • προηγούμαι χρονικά [+Γεν.]

  • προηγούμενο

    noun
  • προηγούμενος

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "predate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βιαστής · παιδόφιλος · σεξουαλικός εκμεταλλευτής
  • άρπαγας · αρπακτικό · αρπακτικό ζώο · βιαστής · εκμεταλλευτής · εχθρός · θηρευτής
  • σεξουαλικός εκμεταλλευτής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη