Μετάφραση του "predator" σε Ελληνικά

Οι αρπακτικό, άρπαγας, θηρευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predator" σε Ελληνικά.

predator noun γραμματική

any animal or other organism that hunts and kills other organisms (their prey), primarily for food [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρπακτικό

    noun neuter

    any animal or other organism [..]

    Maybe they're an even more effective predator than we are.

    Ίσως να είναι ακόμα πιο αποτελεσματικό αρπακτικό ό, τι είμαστε.

  • άρπαγας

    noun masculine

    someone who attacks

    But one final, unexpected predator lies in wait.

    Όμως ένας τελευταίος απροσδόκητος άρπαγας είναι σε αναμονή.

  • θηρευτής

    However, the whale shark with its great size and presence is not the predator it might appear.

    Όμως, ο φαλαινοκαρχαρίας με το μεγάλο μέγεθος και την παρουσία του δεν είναι ο θηρευτής που φαίνεται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εχθρός
    • βιαστής
    • εκμεταλλευτής
    • αρπακτικό ζώο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Predator

Predator (film)

+ Προσθήκη

"Predator" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Predator στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "predator"

Φράσεις παρόμοιες με "predator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βιαστής · παιδόφιλος · σεξουαλικός εκμεταλλευτής
  • είμαι προγενέστερος [+Γεν.] · προηγούμαι χρονικά [+Γεν.] · προηγούμενο · προηγούμενος
  • σεξουαλικός εκμεταλλευτής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη