Μετάφραση του "predicate" σε Ελληνικά

Οι κατηγόρημα, κατηγορούμενο, ρήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predicate" σε Ελληνικά.

predicate verb noun γραμματική

(transitive) To announce or assert publicly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγόρημα

    noun neuter

    logic [..]

    The subject, predicate, adverbial clause, each in its proper place, and then you...

    Το αντικείμενο, κατηγόρημα, επίρρημα, το καθένα στη σωστή θέση και μετά εσύ...

  • κατηγορούμενο

    noun neuter

    επίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος

    What, though, if the subject has a definite article but the predicate does not, as in John 1:1?

    Τι ισχύει, όμως, αν το υποκείμενο έχει οριστικό άρθρο αλλά το κατηγορούμενο δεν έχει, όπως στο εδάφιο Ιωάννης 1:1;

  • ρήμα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξαρτώ
    • υποστηρίζω
    • βεβαιώ
    • δηλώ
    • βασίζω, στηρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "predicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη