Μετάφραση του "predication" σε Ελληνικά

Οι απόφανση, δήλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predication" σε Ελληνικά.

predication noun γραμματική

A proclamation, announcement or preaching [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόφανση

    noun
  • δήλωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "predication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κατηγορούμενο
  • βασίζω, στηρίζω · βεβαιώ · δηλώ · εξαρτώ · κατηγορούμενο · κατηγόρημα · ρήμα · υποστηρίζω
  • Κατηγορηματική λογική
  • κατηγορούμενο
  • κατηγορηματικός · κατηγορούμενο
  • βασίζω, στηρίζω · βεβαιώ · δηλώ · εξαρτώ · κατηγορούμενο · κατηγόρημα · ρήμα · υποστηρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη