Μετάφραση του "preen" σε Ελληνικά

Οι θριαμβολογώ, στολίζομαι, Καθαρίζω/στρώνω/περιποιούμαι τα φτερά μου ... To groom oneself with self-satisfied pride. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preen" σε Ελληνικά.

preen verb noun γραμματική

(of birds) To groom; to trim or dress with the beak, as the feathers. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θριαμβολογώ

  • στολίζομαι

    verb
  • Καθαρίζω/στρώνω/περιποιούμαι τα φτερά μου ... To groom oneself with self-satisfied pride.

  • καλλωπίζομαι

    verb

    I'd see them preening like Jezebel, doting over their pretty hair.

    Τις έβλεπα να καλλωπίζονται σαν τις διαβολογυναίκες, λατρεύοντας τα πολύτιμα μαλλιά τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " preen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "preen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "preen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη