Μετάφραση του "preening" σε Ελληνικά
Το ξιπασμένος είναι η μετάφραση του "preening" σε Ελληνικά.
preening
noun
verb
γραμματική
Present participle of preen. Grooming. [..]
-
ξιπασμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " preening " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "preening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Καθαρίζω/στρώνω/περιποιούμαι τα φτερά μου ... To groom oneself with self-satisfied pride. · θριαμβολογώ · καλλωπίζομαι · στολίζομαι
-
Καθαρίζω/στρώνω/περιποιούμαι τα φτερά μου ... To groom oneself with self-satisfied pride. · θριαμβολογώ · καλλωπίζομαι · στολίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη