Μετάφραση του "preoccupied" σε Ελληνικά

Οι απορροφημένος, προκατειλημμένος, κατειλημμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preoccupied" σε Ελληνικά.

preoccupied adjective verb γραμματική

Concerned with something else; distracted; giving one's attention elsewhere. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορροφημένος

    adjective masculine

    concerned with something else, distracted

    I am excessively preoccupied with a certain lovely young lady.

    Είμαι απολύτως απορροφημένος, από μία αξιαγάπητη νεαρά κυρία.

  • προκατειλημμένος

    adjective

    concerned with something else, distracted

    I've been a little preoccupied myself and it took your brother, of all people, to make me realize it.

    Κι εγώ ήμουν προκατειλημμένος και μ'επανέφερε ο αδερφός σου.

  • κατειλημμένος

    adjective

    concerned with something else, distracted

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συλογισμένος
    • προβληματισμένος
    • απασχολημένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " preoccupied " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "preoccupied" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "preoccupied" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη