Μετάφραση του "preoccupancy" σε Ελληνικά

Οι προσήλωση, απορρόφηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "preoccupancy" σε Ελληνικά.

preoccupancy noun γραμματική

The act or right of taking possession before another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσήλωση

    noun

    One dictionary defines materialism as “a preoccupation with or stress upon material rather than intellectual or spiritual things.”

    Ένα λεξικό ορίζει τον υλισμό ως «προσήλωση ή έμφαση στα υλικά πράγματα παρά σε επιμορφωτικά ή πνευματικά ζητήματα».

  • απορρόφηση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " preoccupancy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "preoccupancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έγνοια · έργο · απασχόληση · απορρόφηση · ενασχόληση · επάγγελμα · εργασία · προσήλωση · φροντίδα
  • έγνοια · έργο · απασχόληση · απορρόφηση · ενασχόληση · επάγγελμα · εργασία · προσήλωση · φροντίδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "preoccupancy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη