Μετάφραση του "priestly" σε Ελληνικά
Το ιερατικός είναι η μετάφραση του "priestly" σε Ελληνικά.
priestly
adjective
γραμματική
of or relating to priests; order of the priests; high religious position [..]
-
ιερατικός
I was obliged to dispense the sacraments because an indelible priestly character remains in my soul.
Ήμουν υποχρεωμένος να διανείμω το μυστήριο διότι ένας ανεξίτηλος ιερατικός χαρακτήρας παραμένει στην ψυχή μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " priestly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "priestly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ιερατικά καθήκοντα
-
ιερατικά άμφια
-
αγαμία τού κλήρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη