Μετάφραση του "proctor" σε Ελληνικά

Οι επόπτης, εποπτεύω, επιτηρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proctor" σε Ελληνικά.

proctor verb noun γραμματική

(UK, law) A legal practitioner in ecclesiastical and some other courts [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επόπτης

    noun masculine

    As a matter of fact, there will probably be a special proctor breathing down your neck the whole time.

    Βασικά, θα υπάρχει πιθανότατα επόπτης, που θα είναι σαν βεντούζα πάνω σου!

  • εποπτεύω

    verb
  • επιτηρώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proctor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Proctor adjective proper γραμματική

(soil science) Pertaining to the Proctor test, a standardized test measuring soil moisture-density, especially for the requirements of construction projects: Proctor density, Proctor value . [..]

+ Προσθήκη

"Proctor" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Proctor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proctor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη