Μετάφραση του "procurement" σε Ελληνικά

Οι προμήθεια, ανεφοδιασμός, Προμήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "procurement" σε Ελληνικά.

procurement noun γραμματική

(uncountable) The purchasing department of a company. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προμήθεια

    noun feminine

    Specific rules should be established for such forms of joint procurement.

    Χρειάζονται ειδικοί κανόνες για την εν λόγω μορφή από κοινού προμηθειών.

  • ανεφοδιασμός

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " procurement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Procurement
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προμήθεια

    Procurement, pre-commercial procurement and public procurement of innovative solutions

    Προμήθεια, προεμπορική προμήθεια και δημόσια προμήθεια καινοτόμων λύσεων

Φράσεις παρόμοιες με "procurement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "procurement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη