Μετάφραση του "procuring" σε Ελληνικά

Το προμήθεια είναι η μετάφραση του "procuring" σε Ελληνικά.

procuring verb

Present participle of procure. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προμήθεια

    noun

    Specific rules should be established for such forms of joint procurement.

    Χρειάζονται ειδικοί κανόνες για την εν λόγω μορφή από κοινού προμηθειών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " procuring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "procuring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "procuring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη