Μετάφραση του "profession" σε Ελληνικά

Οι επάγγελμα, ομολογία, διακύρηξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profession" σε Ελληνικά.

profession noun γραμματική

A promise or vow made on entering a religious order. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    occupation [..]

    Sometimes that profession becomes the sport of titles.

    Μερικές φορές αυτό το περίεργο επάγγελμα γίνεται σπορ των βασιλιάδων.

  • ομολογία

    noun feminine

    declaration of faith, belief or opinion [..]

    Although he was a professed Christian, abusive speech and fights became a way of life for him.

    Παρότι ήταν καθ’ ομολογία Χριστιανός, τα υβριστικά λόγια και οι διαμάχες έγιναν τρόπος ζωής για εκείνον.

  • διακύρηξη

    noun feminine

    promise or vow made on entering a religious order

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομότεχνοι
    • απασχόληση
    • επιστήμη
    • κοινότητα
    • επαγγελματική δραστηριότητα
    • ομολογία θρησκευτικής πίστης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Profession
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επάγγελμα

    Sometimes that profession becomes the sport of titles.

    Μερικές φορές αυτό το περίεργο επάγγελμα γίνεται σπορ των βασιλιάδων.

Φράσεις παρόμοιες με "profession" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ελευθέριο επάγγελμα
  • αναγνωρισμένo επάγγελμα
  • επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικής
  • επαγγελματικός κλάδος της πληροφόρησης
  • δεδηλωμένος · δηλωμένος · διακηρυγμένος, (δε)δηλωμένος · καθ' ομολογίαν
  • τεχνικά επαγγέλματα
  • επάγγελμα υγείας · επαγγελματικός κλάδος του τομέα της υγείας · κλάδος υγειονομικής περίθαλψης
  • επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη