Μετάφραση του "professed" σε Ελληνικά
Οι δεδηλωμένος, δηλωμένος, διακηρυγμένος, (δε)δηλωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "professed" σε Ελληνικά.
professed
adjective
verb
γραμματική
Professing to be qualified. [..]
-
δεδηλωμένος
-
δηλωμένος
-
διακηρυγμένος, (δε)δηλωμένος
-
καθ' ομολογίαν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " professed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Professed
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Professed" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Professed στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "professed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελευθέριο επάγγελμα
-
αναγνωρισμένo επάγγελμα
-
επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικής
-
Επάγγελμα
-
επαγγελματικός κλάδος της πληροφόρησης
-
τεχνικά επαγγέλματα
-
επάγγελμα υγείας · επαγγελματικός κλάδος του τομέα της υγείας · κλάδος υγειονομικής περίθαλψης
-
επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη