Μετάφραση του "profitable" σε Ελληνικά

Οι κερδοφόρος, επικερδής, αποδοτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profitable" σε Ελληνικά.

profitable adjective γραμματική

producing a profit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κερδοφόρος

    adjective masculine

    In terms of profitability, the Union industry was profitable throughout the period considered.

    Από πλευράς κερδοφορίας, ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης ήταν κερδοφόρος καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.

  • επικερδής

    adjective masculine

    I guarantee you, when war becomes that profitable, you're going to see more of it.

    Σας εγγυώμαι πως όταν ο πόλεμος γίνει τόσο επικερδής θα δείτε περισσότερο πόλεμο.

  • αποδοτικός

    adjective masculine

    It should also be noted that there was price suppression since the Community industry was not profitable.

    Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι υπήρξε συμπίεση των τιμών, δεδομένου ότι δεν ήταν αποδοτικός ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσοδοφόρος
    • επωφελής
    • συμφέρων
    • πλεονεκτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profitable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "profitable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profitable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη