Μετάφραση του "profiteering" σε Ελληνικά
Οι αισχροκέρδεια, κερδοσκοπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profiteering" σε Ελληνικά.
profiteering
noun
verb
γραμματική
Present participle of profiteer. [..]
-
αισχροκέρδεια
noun femininethe act of making an unreasonable profit not justified by the corresponding assumption of risk, or by doing so unethically
Whether we like it or not, profiteering is against the law.
Είτε μάς αρέσει, είτε όχι, η αισχροκέρδεια είναι παράνομη.
-
κερδοσκοπία
Prices collapse, there is terrible hardship and indeed terrible profiteering by middlemen.
Οι τιμές πέφτουν, επικρατούν ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες και μια πραγματικά φοβερή κερδοσκοπία από τους μεσάζοντες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " profiteering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "profiteering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φόρος επί των κερδών
-
επικαρπία
-
έναντι κέρδους
-
αποδοτικότητα
-
φόρος επί των κερδών
-
αποκομίζω · κερδίζω
-
έσοδα · απόδοση · κέρδη · πρόσοδος
-
πραγματοποιώ κέρδη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη