Μετάφραση του "prohibit" σε Ελληνικά

Οι απαγορεύω, αποτρέπω, εμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prohibit" σε Ελληνικά.

prohibit verb γραμματική

(transitive) To forbid, disallow, or proscribe; to make illegal or illicit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαγορεύω

    verb

    to proscribe officially

    Over there, they don't say that it's prohibited. In fact, they say that it's mandatory.

    Εκεί δεν λέει ότι απαγορεύεται, αλλά ότι είναι υποχρεωτικό.

  • αποτρέπω

    Verb verb
  • εμποδίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prohibit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Prohibit
+ Προσθήκη

"Prohibit" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Prohibit στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "prohibit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prohibit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη