Μετάφραση του "prohibited" σε Ελληνικά
Οι απαγορευμένος, απαγορεύεται το είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prohibited" σε Ελληνικά.
prohibited
adjective
verb
γραμματική
Forbidden; unallowed [..]
-
απαγορευμένος
-
απαγορεύεται το
Is hitchhiking prohibited in Australia?
Απαγορεύεται το ωτοστόπ στην Αυστραλία;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prohibited " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prohibited" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγορεύω
-
· απαγορεύω · αποτρέπω · εμποδίζω
-
απαγόρευση διασκορπισμού των ακάθαρτων υδάτων
-
απαγορευτικά
-
απαγορευτική · απαγορευτικός · απλησίαστος · απρόσιτος · πανάκριβος · πολύ ακριβός · τσουχτερός
-
απαγόρευση · ποτοαπαγόρευση
-
Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων
-
απαγορευμένο όπλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη