Μετάφραση του "propensity" σε Ελληνικά
Οι ροπή, κλίση, An often intense natural inclination or innate tendency towards a specific behaviour είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "propensity" σε Ελληνικά.
A tendency, preference, or attraction. [..]
-
ροπή
Noun femininetendency
The reduced ignition propensity thus restricts the source and risk of fires.
Η μειωμένη ροπή ανάφλεξης περιορίζει ως εκ τούτου την πηγή και τον κίνδυνο πυρκαγιάς.
-
κλίση
noun femininetendency
For your insatiable distrust and your propensity for covering all the bases.
Για την ακόρεστη δυσπιστία σου και την κλίση σου να καλύπτεις όλες τις βάσεις.
-
An often intense natural inclination or innate tendency towards a specific behaviour
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Έφεση
- τάση
- επιρρέπεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " propensity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Propensity" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Propensity στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.