Μετάφραση του "proper" σε Ελληνικά

Οι κατάλληλος, καθωσπρέπει, ίδιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proper" σε Ελληνικά.

proper adjective adverb γραμματική

Suitable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάλληλος

    adjective masculine

    We don't have the proper equipment.

    Δεν έχουμε τον κατάλληλο εξοπλισμό.

  • καθωσπρέπει

    adverb

    I'm sorry I didn't give you a proper wedding.

    Συγγνώμη που δεν σου έδωσα έναν καθωσπρέπει γάμο.

  • ίδιος

    adjective

    If you get proper clearance, I will give you a tour myself.

    Εάν πάρετε την απαιτούμενη άδεια, εγώ ο ίδιος θα σας συνοδέψω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρμόζων
    • συνετός
    • σοφός
    • φρόνιμος
    • πρέπων
    • κύριος
    • ακριβής
    • κόσμιος
    • καθαυτού
    • πρέπον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Proper
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατάλληλος, ορθός, γνήσιος

Φράσεις παρόμοιες με "proper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη