Μετάφραση του "proscribe" σε Ελληνικά

Οι προγράφω, απαγορεύω, To officially forbid or prohibit something, often because it is considered harmful or unlawful. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proscribe" σε Ελληνικά.

proscribe verb γραμματική

(transitive) To forbid or prohibit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προγράφω

    verb
  • απαγορεύω

    verb

    It follows that the tax in question is not of a discriminatory nature proscribed by Article 50.

    Όπως προκύπτει, ο εν λόγω φόρος δεν έχει τον διακριτικό χαρακτήρα που απαγορεύεται από το άρθρο 50.

  • To officially forbid or prohibit something, often because it is considered harmful or unlawful.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Θέτω/κηρύσσω εκτός νόμου
    • θέτω εκτός νόμου
    • κηρύσσω εκτός νόμου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " proscribe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Proscribe
+ Προσθήκη

"Proscribe" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Proscribe στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "proscribe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη