Μετάφραση του "provocative" σε Ελληνικά
Οι προκλητικός, προβοκατόρικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "provocative" σε Ελληνικά.
provocative
adjective
noun
γραμματική
Anything that is provocative; a stimulant; as, a provocative of appetite. [..]
-
προκλητικός
The results are tantalizing, annoying provocative, stimulating and deeply ambiguous.
Τα αποτελέσματα είναι δελεαστικά, ενοχλητικά προκλητικά, τονωτικά και βαθιά διφορούμενα.
-
προβοκατόρικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " provocative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "provocative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προβοκάτσια
-
προκλητικότητα
-
για εντελώς ασήμαντη αφορμή · με το παραμικρό
-
με το παραμικρό
-
αφορμή · ενόχληση · εξερέθιση · νευρίασμα · προβοκάτσια · πρόκληση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη