Μετάφραση του "provocation" σε Ελληνικά

Οι προβοκάτσια, πρόκληση, αφορμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "provocation" σε Ελληνικά.

provocation noun γραμματική

The act of provoking, inciting or annoying someone into doing something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προβοκάτσια

    noun feminine

    act of provoking

    It is a provocation, let me assure you.

    Είναι μια προβοκάτσια, επιτρέψτε μου να σας διαβεβαιώσω.

  • πρόκληση

    noun feminine

    But as far as that helper is concerned, we know that you had provocation.

    Όσον αφορά το βοηθό, όμως, ξέρουμε ότι δεχτήκατε πρόκληση.

  • αφορμή

    Noun

    You know, like you do to strangers on the street at the slightest provocation.

    Όπως κάνεις στους άγνωστους στο δρόμο με την παραμικρή αφορμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξερέθιση
    • νευρίασμα
    • ενόχληση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " provocation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "provocation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "provocation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη