Μετάφραση του "provoking" σε Ελληνικά

Οι προκλητικός, εκνευριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "provoking" σε Ελληνικά.

provoking adjective verb

Present participle of provoke . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προκλητικός

    The more I forbid, the more you're provoked!

    Όσο πιο πολύ απαγορεύω, τόσο πιο προκλητικός γίνεσαι!

  • εκνευριστικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " provoking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "provoking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διεγείρω · ενοχλώ · εξάπτω · εξοργίζω · επιβαρύνω · ερεθίζω · καλλιεργώ · καλώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρακινώ · πιλατεύω · προκαλώ · προτρέπω · πυροδοτώ · τσιγκλώ
  • βαθυστόχαστος
  • εγειρει σκεψεις
  • προβοκάτορας
  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διεγείρω · ενοχλώ · εξάπτω · εξοργίζω · επιβαρύνω · ερεθίζω · καλλιεργώ · καλώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρακινώ · πιλατεύω · προκαλώ · προτρέπω · πυροδοτώ · τσιγκλώ
  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διεγείρω · ενοχλώ · εξάπτω · εξοργίζω · επιβαρύνω · ερεθίζω · καλλιεργώ · καλώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρακινώ · πιλατεύω · προκαλώ · προτρέπω · πυροδοτώ · τσιγκλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "provoking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη