Μετάφραση του "pubescence" σε Ελληνικά
Οι εφηβεία, εφηβική ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pubescence" σε Ελληνικά.
pubescence
noun
γραμματική
The state of being in or reaching puberty. [..]
-
εφηβεία
noun feminineAccording to these DNA markers, all the blood must come from one pubescent boy.
Σύμφωνα με τους δείκτες του DNA όλα τα δείγματα προήλθαν... από ένα και μόνο αγόρι στην εφηβεία.
-
εφηβική ηλικία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pubescence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pubescence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έφηβος · χνουδωτός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη