Μετάφραση του "pulverisation" σε Ελληνικά

Οι κονιορτοποίηση, σκόνη, άλεσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pulverisation" σε Ελληνικά.

pulverisation noun γραμματική

Alternative spelling of pulverization. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κονιορτοποίηση

    noun
  • σκόνη

    noun feminine

    He dried it, pulverised it and put it under the tongue of his subjects to see the effect.

    Το αποξήρανε, το έκανε σκόνη... και το έβαλε στη γλώσσα των εθελοντών για να δει το αποτέλεσμα.

  • άλεσμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pulverisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pulverisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη