Ίσως σας ενδιαφέρει να εξετάσετε και αυτές τις λέξεις:

pursue

Μετάφραση του "pursuing" σε Ελληνικά

pursuing noun adjective verb γραμματική

Present participle of pursue . [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " pursuing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"pursuing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το pursuing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "pursuing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ακολουθω
  • προωθώ τα συμφέροντά μου
  • ακολουθώ
  • ακολουθώ · αποδύομαι · ενασχολούμαι · εξακολουθώ · επιδιώκω · καταγίνομαι · καταδιώκω · καταπιάνομαι · κυνηγώ · προσπαθώ να αποκτήσω, να πετύχω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pursuing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη