Μετάφραση του "purvey" σε Ελληνικά
Οι προμηθεύω, εγκαταλείπω, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "purvey" σε Ελληνικά.
purvey
verb
γραμματική
(intransitive, obsolete) To prepare in advance (for or to do something); to plan, make provision. [..]
-
προμηθεύω
verb -
εγκαταλείπω
verb -
αφήνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " purvey " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Purvey
proper
A surname.
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Purvey" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Purvey στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη