Μετάφραση του "pushcart" σε Ελληνικά

Οι καροτσάκι, καροτσάκι μωρού, καρότσι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pushcart" σε Ελληνικά.

pushcart noun γραμματική

A small cart, normally with two or four wheels, that can be pushed by hand [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καροτσάκι

    noun
  • καροτσάκι μωρού

  • καρότσι

    noun

    That pushcart seems to contain all his belongings.

    Αυτό το καρότσι μάλλον περιέχει όλα του τα υπάρχοντα.

  • χειράμαξα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pushcart " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pushcart" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη