Μετάφραση του "qualification" σε Ελληνικά
Οι προσόν, επιφύλαξη, όρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "qualification" σε Ελληνικά.
qualification
noun
γραμματική
The act or process of qualifying. [..]
-
προσόν
noun neuterability or attribute
In the process, a minimum qualifications limit is set for technical tenders.
Η διαδικασία προβλέπει ελάχιστο όριο ειδικών προσόντων προκειμένου για τις προσφορές τεχνικού χαρακτήρα.
-
επιφύλαξη
nounI therefore propose a qualification, but otherwise I am happy to endorse the report.
Σε σχέση με αυτό το θέμα διατυπώνω μια επιφύλαξη, κατά τα άλλα όμως είμαι υπέρ αυτής της έκθεσης.
-
όρος
noun masculineThere's only one qualification for martyrdom.
Υπάρχει μόνο ένας όρος για έναν μαρτυρικό θάνατο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άδεια
- τροποποίηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " qualification " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Qualification
-
Αξιολόγηση, προσόν, πιστοποιητικό
Φράσεις παρόμοιες με "qualification" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επαγγελματικά προσόντα
-
δοκιμή αξιολόγησης
-
επαγγελματικά προσόντα
-
προσδιορίζω
-
διαδικασία αξιολόγησης
-
αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη