Μετάφραση του "qualified" σε Ελληνικά

Οι προσοντούχος, αρμόδιος, έχει τα προσόντα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "qualified" σε Ελληνικά.

qualified adjective verb γραμματική

Meeting the standards, requirements, and training for a position. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσοντούχος

    adjective masculine

    meeting requirements

    You are of course qualified for this table.

    Είστε βεβαίως προσοντούχος για αυτήν την θέση.

  • αρμόδιος

    adjective

    Mr Welch isn't qualified to answer that question.

    Welsh δεν είναι αρμόδιος να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση.

  • έχει τα προσόντα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναγνωρισμένος
    • αρμόδιος, με τους απαιτούμενους τίτλους
    • διπλωματούχος
    • ειδικευμένος
    • κατάλληλος
    • καταρτισμένος
    • περιορισμένος
    • πτυχιούχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " qualified " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "qualified" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "qualified" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη