Μετάφραση του "questionable" σε Ελληνικά

Οι αμφίβολος, αβέβαιος, αμφισβητήσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "questionable" σε Ελληνικά.

questionable adjective γραμματική

Inviting questions; inviting inquiry. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφίβολος

    adjective masculine

    Their spontaneous and unconsidered nature thus appears to be questionable.

    Ο αυθόρμητος και απερίσκεπτος χαρακτήρας τους είναι, επομένως, αμφίβολος.

  • αβέβαιος

    adjective masculine

    The purpose of the individual is always in question.

    Ο σκοπός τού ατόμου είναι πάντα αβέβαιος.

  • αμφισβητήσιμος

    adjective masculine

    The claim that icons are only aids to relative worship is highly questionable.

    Ο ισχυρισμός ότι οι εικόνες αποτελούν απλώς βοηθήματα στη σχετική λατρεία είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συζητήσιμος
    • αμφισβητούμενος
    • προβληματικός
    • διαβλητός
    • μαχητός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " questionable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "questionable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "questionable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη